Αναζήτηση / Search

  
Μια μικρή αναδρομή στην εξέλιξη και εφαρμογή των υπερήχων στον τομέα της μαιευτικής και της γυναικολογίας
Μια μικρή αναδρομή στην εξέλιξη και εφαρμογή των υπερήχων στον τομέα της μαιευτικής και της γυναικολογίας
Μια μικρή αναδρομή στην εξέλιξη και εφαρμογή των υπερήχων στον τομέα της μαιευτικής και της γυναικολογίας
Μια μικρή αναδρομή στην εξέλιξη και εφαρμογή των υπερήχων στον τομέα της μαιευτικής και της γυναικολογίας
Μια μικρή αναδρομή στην εξέλιξη και εφαρμογή των υπερήχων στον τομέα της μαιευτικής και της γυναικολογίας
Μια μικρή αναδρομή στην εξέλιξη και εφαρμογή των υπερήχων στον τομέα της μαιευτικής και της γυναικολογίας
Μια μικρή αναδρομή στην εξέλιξη και εφαρμογή των υπερήχων στον τομέα της μαιευτικής και της γυναικολογίας

 

 

 

 

Περιεχόμενα/Contents

Υπερηχογράφημα στην κύηση
• Υπερηχογράφημα 1ου τριμήνου
• 1. Ιστορική αναδρομή
• 2. Διαπίστωση αρχόμενης εγκυμοσύνης
• 3. Προσδιορισμός ηλικίας κύησης
• 4. Διαπίστωση φυσιολογικής εμβρυϊκής εξέλιξης και λειτουργίας
• 5. Πολύδυμος κύηση
• 6. Εμβρυϊκές ανωμαλίες 1ου τριμήνου
• 7. Αυχενική διαφάνεια και συγγενείς ανωμαλίες στο 1ο τρίμηνο κύησης
• 8. Έκτοπη κύηση
• Υπερηχογράφημα 2ου τριμήνου
• Ι. Σωματομετρία, έλεγχος ανάπτυξης και εφαρμογές υπερήχων
ΙΙ. Υπερηχογραφικός έλεγχος συγγενών ανωμαλιών εμβρύου.
• 1. Κεντρικό Νευρικό Σύστημα
• 2. Πρόσωπο και τράχηλος
• 3. Καρδιαγγειακό σύστημα
• 4. Αναπνευστικό σύστημα
• 5. Κοιλιακό τοίχωμα
• 6. Πεπτικό σύστημα
• 7. Ουροποιητικό σύστημα
• 8. Σκελετικό σύστημα
• 9. Χρωμοσωματικές ανωμαλίες
• 10. Εμβρυϊκοί όγκοι
• 11. Εμβρυϊκός ύδρωπας
• 12. Καθυστέρηση ενδομητρίου ανάπτυξης
• 13. Διαταραχές αμνιακού υγρού
• Υπερηχογράφημα 3ου τριμήνου
• 1. Έλεγχος ανάπτυξης του εμβρύου
• 2. Ενδομήτρια υπολειπόμενη ανάπτυξη
• 3. Βιοφυσικό προφίλ
• 4. Καθορισμός θέσης και προβολής του εμβρύου
• 5. Ωριμότητα και θέση του πλακούντα
• 6. Πρόωρη αποκόλληση πλακούντα
• 7. Μορφολογικές παραλλαγές πλακούντα
• 8. Υδράμνιο και πολυάμνιο
• 9. Ομφάλιος λώρος
• 10. Παθολογικές καταστάσεις 3ου τριμήνου - Υπερηχογραφική συμβολή
• Doppler και 3D
• 1. Εισαγωγή
• 2. Η ασφάλεια του διαγνωστικού υπερήχου στον έλεγχο του εμβρύου
• 3. Οι βασικές αρχές των υπερήχων Doppler
• 4. Κυματομορφές Doppler από τα κυριότερα αγγεία της μητροπλακουντιακής ομάδας
• 5. Εμβρυική οξυγόνωση – Ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης
• 6. Η χρήση του Doppler στη διάγνωση της προεκλαμψίας
• 7. Πολύδυμη κύηση και Doppler
• 8. Doppler στην παρατασική εγκυμοσύνη
• 9. Τρισδιάστατη υπερηχογραφία
• 3D-4D Υπερηχογραφία στην κύηση

 

Η ιστορία της ανάπτυξης των υπερήχων αρχίζει με την χρήση των ηχητικών κυμάτων για την υποθαλάσσια μέτρηση αποστάσεων. Οι σαρωτές υπερήχων θα πρέπει να θεωρούνται σαν μία μορφή ιατρικών σόναρ . Πρωτοπόρος στη χρήση των υπερήχων ήταν ο Jan-Daniel Colladon,Ελβετός φυσικός επιστήμονας, ο οποίος μόλις το 1826 χρησιμοποίησε επιτυχώς έναν υποθαλάσσιο κώδωνα για να καθορίσει την ταχύτητα του ήχου στα νερά της λίμνης Geneva. Μέχρι το 1880 με την αρωγή πολλών λαμπρών επιστημόνων θεμελιώθηκαν οι αρχές της μετάδοσης και ανάκλασης των ηχητικών κυμάτων και οι ανάλογες μαθηματικές εξισώσεις. Υποθαλάσσια συστήματα ανίχνευσης ,τα γνωστά μας σόναρ, χρησιμοποιήθηκαν στην πλοήγηση υποβρυχίων στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαίτερα μετά τη βύθιση του Τιτανικού .Την ίδια περίοδο ανακαλύφθηκε το υδρόφονο που λειτουργούσε με ηχητικά κύματα υψηλής συχνότητας περί τα 150ΚΗz το οποίο χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένως στην κατασκοπεία πλοίων και υποβρυχίων. Μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έγιναν ταχύτατες εξελίξεις και βελτιώσεις στον τομέα των ναυτικών και στρατιωτικών ραδιοεντοπιστών που θεωρούνται οι άμεσοι προπομποί των μεταγενέστερων σόναρ δυο διαστάσεων και των ιατρικών συστημάτων υπερήχων που έκαναν την εμφάνιση τους στα τέλη της δεκαετίας του 1940 με την πολύτιμη βοήθεια του ENIAC,του πρώτου ψηφιακού υπολογιστή. Δεν θα πρέπει φυσικά να παραλείψουμε να αναφερθούμε στην παράλληλη και εξ ίσου σημαντική εξέλιξη στον τομέα των υπερήχων που άρχισε το 1930 με την κατασκευή των συσκευών υπερήχων με σκοπό την ανίχνευση ρωγμών στα μεταλλικά αντικείμενα .Η τελευταία εξέλιξη ,πατέρας της οποίας ήταν ο Ρώσος Sergei Y Sokolov, βρήκε μεγάλη εφαρμογή στον έλεγχο της ακεραιότητας της μεταλλικής γάστρας των πλοίων και των πολεμικών πανοπλιών.

Η χρήση των υπερήχων στο πεδίο της ιατρικής άρχισε αναμφίβολα με εφαρμογές περισσότερο θεραπευτικές παρά διαγνωστικές εκμεταλλευόμενη τις ρηκτικές και θερμικές τάσεις στους ζωικούς ιστούς. Πρώτος παρατηρητής αυτών των τάσεων ήταν ο Langeviν. Λίγο αργότερα οι νευροχειρουργοί William Fry και Rassell Meyers των Πανεπιστημίων του Illinois και της Iowa αντίστοιχα θα χρησιμοποιήσουν τους υπερήχους υψηλής εντάσεως σαν εργαλείο μερικής καταστροφής των βασικών γαγγλίων σε ασθενείς με Παρκινσονισμό .Στη συνέχεια η ρευματοειδής αρθρίτιδα και η νόσος του Meniere άρχισε να θεραπεύεται ερευνητικά αλλά με πενιχρά αποτελέσματα.

Εικόνα 2: Χρήση της ενέργειας των υπερήχων το 1940. Αριστερά για πεπτικό έλκος και δεξιά για αρθρίτιδα.

Το 1940 οι υπέρηχοι χρησιμοποιούνται πειραματικά σαν πιθανό διαγνωστικό εργαλείο στην ιατρική. Ο Karl Theodore Dussik,νευρολόγος-ψυχίατρος του Πανεπιστημίου της Βιέννης ήταν ο πρώτος ιατρός που εισήγαγε τους υπερήχους στη διαγνωστική ιατρική. Μαζί με τον αδερφό του και επίσης ιατρό,Friederich,κατόρθωσε να εντοπίσει όγκους στον εγκέφαλο μετρώντας τη μετάδοση των υπερήχων στην κρανιακή κοιλότητα .Μάλιστα εκτός από τα πειράματα που επιτέλεσαν εισήγαγαν τον όρο υπερφωνογράφημα. Δυστυχώς η έρευνα τους γρήγορα τερματίστηκε διότι απώτερες μελέτες απέδειξαν ότι τα αποτελέσματα των πειραμάτων των δυο αδερφών ήταν λανθασμένα.

Εικόνα 2: Τ1: γεννήτρια, Q1: πομπός, Τ2: μετατροπέας Q2: δέκτης, W: θάλαμος νερού, L: πηγή φωτός, P: φωτογραφική/ με θερμικά ευαίσθητο χαρτί.

Το 1949 μια ομάδα ιατρών από το ΜΙΤ σε συνεργασία με τον Ludwig κατόρθωσε να μετρήσει την ταχύτητα μετάδοσης του ήχου σε ζωικούς μαλακούς ιστούς την οποία και καθόρισε μεταξύ 1500 και 1600 μέτρων ανά δευτερόλεπτο.

Έξι χρόνια αργότερα, μετά την χρησιμοποίηση πολλών διαφορετικών υλικών στις συσκευές υπερήχων όπως το PZT (lead zirconate-titanate), που βελτίωσαν την ευαισθησία και τη σταθερότητά τους εμφανίστηκαν οι νέες συσκευές πολλαπλών κατευθύνσεων A-mode οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν σε ερευνητικό επίπεδο στην εξέταση εγκεφαλικών κακώσεων ,καρδιακών και οφθαλμικών παθήσεων καθώς και σε θέματα που αφορούσαν την κοιλιακή χώρα και την πύελο.

Την ίδια περίοδο ο John Julian Wild, ένας Εγγλέζος χειρουργός ,σε συνεργασία με τον Donald Neal,με την ιδιότητα του μηχανικού, ανακάλυψε ότι ο κακοήθης ιστός ήταν περισσότερο ηχογενής από έναν καλοήθη και ότι ο πρώτος διαγιγνώσκεται από το πάχος και την ανικανότητά του να χαλαρώνει και να συσπάται .

Ο Wild αργότερα συνεργάστηκε με έναν άλλο μηχανικό ονόματι John Reid και μαζί κατασκεύασαν την πρώτη επιχείρια συσκευή B-mode που ήταν ικανή σχηματίζει νοερές εικόνες όγκων σαρώνοντας από άκρη σε άκρη ολόκληρη την περιοχή του γυναικείου στήθους .Μάλιστα τον Απρίλιο του 1953 εμφάνισαν σε εικόνες πραγματικού χρόνου μια καρκινική μάζα 7 χιλιοστών στην περιοχή του γυναικείου στήθους. Άλλη μία σημαντική επινόησή τους ήταν η περιγραφή της χρήσης του A-mode διορθικά και διακολπικά.

Το Pan-scanner, στο οποίο ο μετασχηματιστής γύριζε τροχοειδώς γύρω από τον ασθενή ανεπτύχθη το 1957 από τον Joseph Homles νεφρολόγο στο Veterans Administration Hospital. Ο ασθενής καθόταν σε μία τροποποιημένη ιατρική καρέκλα, περιτριγυρισμένος από έναν πλαστικό ιμάντα και εμβαπτισμένος σε ένα αλατούχο διάλυμα. Η συσκευή αυτή κρίθηκε απόλυτα επιτυχημένη με αποτέλεσμα ο Joseph Homles και η ομάδα του να βραβευτούν το 1958 από τον Αμερικανικό Ιατρικό Σύλλογο. Μειονέκτημα της συσκευής αυτής, αν και μπορούσε να αναπαραγάγει ακριβείς εικόνες δύο διαστάσεων, ήταν ότι απαιτούσε από τον ασθενή να είναι μερικώς εμβυθισμένος σε νερό και να παραμένει ακίνητος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα αμέσως επόμενα χρόνια εξελίχθηκαν σε ελαφρύτερες και πιο ευκίνητες συσκευές με μικρότερα δοχεία νερού και μετασχηματιστές που έρχονταν σε άμεση επαφή με το ανθρώπινο σώμα.

Πέντε χρόνια αργότερα, το 1963,ο Homles σε συνεργασία με τους μηχανικούς William Wright και Edward Meyerdirk κατασκεύασαν το καινοτόμο πολυαρθρωτό χέρι-σαρωτή επαφής το οποίο άμεσα εξελίχθηκε στο αντίστοιχο πολυσύνθετο σαρωτή B-mode.

H αληθινή καινοτομία όμως που άλλαξε εντελώς την εφαρμογή των υπερήχων στην ιατρική ήταν η επέλευση των σαρωτών πραγματικού χρόνου .Η πρώτη συσκευή αυτού του τύπου, περισσότερο γνωστή και ως ταχύς Β-σαρωτής, αναπτύχθηκε από τον Walter Krause και τον Richard Soldner.Tην εμπορική παραγωγή ανέλαβε η Siemens Medical Systems στη Γερμανία το 1965.Με την συσκευή αυτή μπορούσαν με ευκολία να επιδειχθούν οι κινήσεις ενός εμβρύου γεγονός επαναστατικό στον τομέα της μαιευτικής το οποίο και καθιέρωσε την εφαρμογή των υπερήχων στον τομέα αυτό.

Η εξέλιξη των υπερήχων στην μαιευτική ιατρική και στη γυναικολογία

Η σάρωση A-mode είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται νωρίς από το 1960 σε πολλές χώρες όπως στη Μεγάλη Βρετανία, στην Ιαπωνία, στη Πολωνία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, με σκοπό την έγκαιρη αξιολόγηση της εγκυμοσύνης(ανίχνευση του εμβρυϊκού καρδιακού παλμού),την κεφαλομετρία ,τον εντοπισμό του πλακούντα και την μέτρηση της αμφιβρεγματικής διαμέτρου. Η απεικόνιση του σάκου κυοφορίας με υπέρηχους B-mode περιγράφτηκε για πρώτη φορά από την ομάδα του Donald και MacVicar to 1963.

H χρησιμοποίηση της διαμέτρου του σάκου για την εκτίμηση της εμβρυϊκής ωριμότητας περιγράφτηκε από τον Lou M Heldman και τον Μ Kobayashi το 1969 σε σχέση με τις πρώιμες επιπλοκές της εγκυμοσύνης

Ο Keneth Gottesfed του Πανεπιστημίου του Denver ανέφερε το 1970 μία μεγάλη ομάδα ασθενών στους οποίους διεγνώσθη ενδομητρικός εμβρυϊκός θάνατος μέσω σάρωσης με δισταθείς υπερήχους.

Η ικανότητα να αναγνωρίζεται και να επιβεβαιώνεται η παρουσία της εμβρυϊκής καρδιακής λειτουργίας σε πρώιμα στάδια της εγκυμοσύνης θεωρήθηκε και ακόμα θεωρείται ως η περισσότερο ουσιώδης εφαρμογή του υπερηχογραφήματος. Αν και ανίχνευση του εμβρυϊκού καρδιακού παλμού μέσω σαρωτών A-mode και υπερήχων doppler είχε πολλώς αναφερθεί από πολλές ιατρικές ερευνητικές ομάδες ανά τον κόσμο δεν ήταν πριν το 1972 όταν ο Hugh Robinson στη Γλασκώβη εισήγαγε ένα πρότυπο ανίχνευσης 100% του εμβρυϊκού παλμού από τις επτά εβδομάδες και έπειτα. Ο εντοπισμός του εμβρύου πραγματοποιήθηκε αρχικά με υπέρηχους B-mode και ο καρδιακός παλμός με απευθείας ακτινοβόληση σε A- και M-mode.Αυτή η σημαντική ανακάλυψη είχε βαθύτατες επιπτώσεις όσον αφορά στην πρώιμη αντιμετώπιση της αιμορραγίας στην εγκυμοσύνη και των επαπειλούμενων κυοφοριών.

Η πλακουντογραφία B-mode εισήχθη επιτυχώς το 1966 από την ομάδα Denver και το 1967 από την ομάδα Donald στις Ηνωμένες πολιτείες.

Η δημοσίευση ορόσημο του Stuart Campell το 1968 όσον αφορά στη βελτίωση της μεθόδου της εμβρυϊκής κεφαλομετρίας με υπέρηχους περιγράφει την τη χρήση αμφότερων των σαρώσεων A- και B-mode για την μέτρηση της εμβρυϊκής αμφιβρεγματικής διαμέτρου. Αυτός ο κομψός και πρακτικός χειρισμός έγινε ταχύτατα καθημερινή πρακτική στην εξέταση του εμβρύου για τα επόμενα δέκα χρόνια. Ο χειρισμός του στατικού σαρωτή αποτελεσματικά και επιδέξια μεταμορφώθηκε σε πραγματική τέχνη.

The early bistable oscilloscopic B-scan image at the level of the BPD and the A-scan tracing showing cephalic (P and D) and midline echoes (M). The distance between the 2 cephalic echoes is the BPD. Without scan converters on-screen (oscilloscope) measurements on the B-mode image are not possible. Very accurate measurements can however be made using the A-scan calipers.

Το 1971 με συμπληρωματικές επεμβάσεις στις συσκευές υπερήχων οι Campell και Newman σχημάτισαν νορμογράμματα για την αμφιβρεγματική διάμετρο από τις δεκατρείς εβδομάδες της κυοφορίας γεγονός που μετέτρεψε την κεφαλομετρία σε πρότυπο εργαλείο για την αξιολόγηση της εμβρυϊκής ανάπτυξης και ωρίμανσης.

Δύο χρόνια αργότερα ,το 1973,περιγράφτηκε η μέτρηση μεταξύ του γλουτού και του κρανίου του εμβρύου από τον Hugh Robinson στη Γλασκώβη που ήταν τότε επίσημος ερευνητής. Η μεγέθυνση των εικόνων σε πραγματικό μέγεθος είχε γίνει πια εφικτή με τα καινούρια μηχανήματα τα οποία επέτρεπαν την πραγματοποίηση ακριβών μετρήσεων σε νεαρά έμβρυα

Ο Horace Thompson του Πανεπιστημίου του Denver εισήγαγε το 1965 τη μέτρηση της θωρακικής περιφέρειας σαν μέθοδο παρακολούθησης και αξιολόγησης της εμβρυϊκής ανάπτυξης. Η συγκεκριμένη καταγραφή είχε μέχρι και τριών εκατοστών στο 90% των ασθενών. Ο Tompson επίσης εισήγαγε την ιδέα του υπολογισμού του βάρους του εμβρύου σε συνάρτηση με την θωρακική περιφέρεια με μετρήσεις που άγγιζαν ένα βαθμό ακριβείας μέχρι και 300 γραμμάρια στο 52% των ασθενών .Δυστυχώς όμως την περίοδο εκείνη η χαμηλή ακόμα ανάλυση των εικόνων δεν επέτρεπε την επακριβή μέτρηση του εμβρυϊκού κορμού.

Με την χρήση της Β-σάρωσης, ο Campell κατόρθωσε να διαγνώσει ένα έμβρυο 18 εβδομάδων με ανεγκεφαλία το 1972 και 3 χρόνια αργότερα ένα έμβρυο με δισχιδή ράχη .Πρόκειται για τις πρώτες περιπτώσεις παγκοσμίως όπου η σωστή διάγνωση με τη χρήση υπερήχων οδήγησε αποτελεσματικά στον τερματισμό της εγκυμοσύνης .Το 1975,η ομάδα του Campell συνέστησε τον υπολογισμό της κοιλιακής περιφέρειας η οποία έκτοτε παρέμεινε ως η σημαντικότερη παράμετρος αξιολόγησης του εμβρυϊκού βάρους και της διατροφής αυτού. Οι μετρήσεις της περιφέρειας του σώματος του εμβρύου θεωρούνται ανώτερες των αντίστοιχων μετρήσεων της διαμέτρου καθώς οι πρώτες επηρεάζονται λιγότερο από την αλλαγή του σχήματος του σώματος του εμβρύου.

Η σημαντικότερη ευρεσιτεχνία στην παραγωγή εικόνων από τους σαρωτές υπερήχων που πραγματοποιήθηκε μετά την κατασκευή του πολυσύνθετου σαρωτή επαφής ήταν αναμφίβολα ο ερχομός του μετατροπέα σάρωσης. Οι πρώτες απόπειρες κατασκευής συσκευών με διαβαθμίσεις του γκρι αφορούσαν τη χρήση ενός ταλαντοσκοπίου .Αυτό μπορούσε να διαχειριστεί 4 διαβαθμίσεις του γκρι αλλά η όλη διαδικασία ήταν δύσκολο να ελεγχθεί και τα αποτελέσματα ήταν απρόβλεπτα .Η έλευση του αναλογικού σαρωτή χαιρετήθηκε σαν μια απίστευτη ανακάλυψη στον τομέα της επεξεργασίας και αναπαραγωγής εικόνων. Οι εικόνες κατέστη δυνατό να βαθμονομηθούν,η διαβάθμιση του γκρι εφαρμόστηκε σε όλες τις εικόνες και τελική εικόνα άρχισε να καταγράφεται σε φιλμ ή κασέτα .Η προσθήκη της νέας αυτής ανακάλυψης ήταν σε αυτό το σημείο εξαιρετικά αποφασιστική στην εξέλιξη της μέτρησης της εμβρυϊκής κοιλιακής περιφέρειας καθώς επίσης και στην αξιολόγηση των εμβρυϊκών δυσμορφιών και της όλης γυναικολογικής παθολογίας.

Με την ραγδαία εξέλιξη της πληροφορικής πολύ σύντομα ο αναλογικός μετατροπέας σάρωσης αντικαταστάθηκε από τον ψηφιακό. Ο John Barret,o Albert Waxman καθώς και πολλοί άλλοι ερευνητές στο Searle Ultrasound κατασκεύασαν τον πρώτο ψηφιακό μετατροπέα το 1976 ο οποίος λειτουργούσε με ένα μίνι υπολογιστή τύπου PDP-11.

Η καινοτομία η οποία σύντομα άλλαξε την όλη πρακτική στη χρήση σαρωτών υπερήχου ήταν η έλευση των σαρωτών πραγματικού χρόνου. Ο πρώτος σαρωτής του αυτού είδους, περισσότερο γνωστός εκείνη την εποχή με την ονομασία ταχύς σαρωτής B-mode,εξελίχθηκε από τον Walter Krause και τον Richard Soldner.Την κατασκευή και εμπορική μεταφορά της συσκευής ανέλαβε το 1965 η Siemens Medical Systems και της έδωσε την ονομασία Vidoson.Η συσκευή αυτή διέθετε ε περιστρεφόμενους μεταλλάκτες ,διέθετε βαθμονόμηση του γκρι και μπορούσε να παράγει μέχρι και 15 εικόνες το δευτερόλεπτο. Η εμβρυϊκή ζωή και οι κινήσεις μπορούσαν να παρατηρηθούν πλέον με εξαιρετική ευκολία.

Το Vidoson*, ο μηχανισμός λειτουργίας του και η προκύπτουσα εικόνα εμβρυϊκού προσώπου και χεριού .Ο μετατροπέας ήταν τοποθετημένος σε κινούμενο πλαίσιο στήριξης και στέρεα συνδεδεμένος με τη βασική κονσόλα .Η συχνότητα σάρωσης ήταν 2.25 MHz.

O Hans Hollander στην εργασία που δημοσίευσε το 1968 υπογράμμισε την χρησιμότητα των σαρωτών πραγματικού χρόνου στην διάγνωση όγκων στις ωοθήκες που για διάφορους λόγους δεν μπορούσαν να διαγνωσθούν μέσω της ψηλάφησης της πυέλου .Ο Malte Hinselmann, χρησιμοποιώντας το σαρωτή Vidoson,επέδειξε το 1969 την απεικόνιση της εμβρυϊκής καρδιακής λειτουργίας από τις 12 εβδομάδες και έπειτα. Η προαναφερθείσα συσκευή παρέμεινε εξαιρετικά δημοφιλής για τα επόμενα 10 χρόνια σε πολλές χώρες της Ευρώπης όχι τόσο για την ανάλυση των εικόνων όσο για την ικανότητά της να επιτρέπει στον χειριστή να εκθέτει και να μελετά εικόνες όπως της εμβρυϊκης καρδιακής λειτουργίας, αδρών κινήσεων του εμβρύου καθώς επίσης και εμβρυϊκών αναπνευστικών κινήσεων.

Ηχοβολείς υπερήχων στη μαιευτική - τι είναι

Το υπερηχογράφημα εισήχθη για πρώτη φορά στη μαιευτική στα τέλη του 1950 και έκτοτε παρέμεινε ως ένα εξαιρετικά χρήσιμο διαγνωστικό εργαλείο.

Σήμερα οι σαρωτές που χρησιμοποιούνται είναι γνωστοί με την ονομασία σαρωτές πραγματικού χρόνου οι οποίοι και παρουσιάζουν μια συνεχή απεικόνιση του κινούμενου εμβρύου που προβάλλεται σε μία οθόνη. Χρησιμοποιούνται ηχητικά κύματα πολύ υψηλής συχνότητας μεταξύ 3.5 και 7 megahertz.τα κύματα αυτά εκπέμπονται από έναν μεταλλάκτη ο οποίος βρίσκεται σε άμεση επαφή με το μητρικό κοιλιακό τοίχωμα και κινείται ανάλογα για να βλέπει σε οποιαδήποτε περιοχή της μήτρας .Οι υπερηχητικές ακτίνες σαρώνουν το έμβρυο σε πολύ λεπτές φέτες και ανακλώνται πάλι πίσω στο μεταλλάκτη.

Οι πληροφορίες που αποκτώνται από τις διαφορετικές ανακλάσεις ανασυντίθενται σε μία εικόνα στην οθόνη .Κινήσεις όπως ο εμβρυϊκός καρδιακός παλμός καθώς και διαφόρου βαθμού δυσπλασίες μπορούν να παρατηρηθούν σχετικά εύκολα. Με την ίδια ευκολία δύναται να πραγματοποιηθούν μετρήσεις με ακρίβεια βασιζόμενες στην παρατήρηση των εικόνων που παρατηρούνται στο μόνιτορ.

Βασικό προαπαιτούμενο της όλης διαδικασίας είναι συνήθως η ουροδόχος κύστη να είναι πληρωμένη όταν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις εγκυμοσύνης σε πρώιμα ακόμα στάδια. Η έγκυος είναι πιθανό να νιώσει κάποιου βαθμού ενόχληση από τα πιεστικά φαινόμενα που εφαρμόζονται στην πληρωμένη κύστη. Η γέλη που επαλείφεται στα κοιλιακά τοιχώματα είναι ακίνδυνη και δεν η ασθενής δεν αισθάνεται καμμία ενόχληση από τα κύματα υπερήχων.

Γιατί και πότε οι υπέρηχοι εφαρμόζονται στην εγκυμοσύνη

Η σάρωση με υπέρηχους σήμερα θεωρείται σαν μία ασφαλής, ακριβής, φθηνή και μη επεμβατική μέθοδος διερεύνησης του εμβρύου. Προοδευτικά έγινε ένα ουσιώδες μαιευτικό εργαλείο το οποίο έχει σημαντικότατο ρόλο στην φροντίδα κάθε εγκύου γυναίκας.

Το υπερηχογράφημα λοιπόν βρίσκει στην μαιευτική τις ακόλουθες εφαρμογές:

1. Έγκαιρη διάγνωση και επιβεβαίωση μιας εγκυμοσύνης

Η εμβρυοφόρος κύστη μπορεί να οπτικοποιηθεί και να απεικονιστεί από τις 4,5 μόλις εβδομάδες της κύησης. Το έμβρυο δύναται να παρατηρηθεί και να καταμετρηθεί από τις 5,5 εβδομάδες.. Οι υπέρηχοι χρησιμοποιούνται επίσης για να επιβεβαιωθεί ότι μία εγκυμοσύνη είναι ορθότοπη.

2. Εγκαιρη διάγνωση μιας κολπικής αιμορραγίας κατά τη διάρκεια μιας εγκυμοσύνης

Πρόκειται για φαινόμενο που επηρεάζει άμεσα τη βιωσιμότητα του εμβρύου. Ο καρδιακός παλμός του εμβρύου είναι δυνατό να ανιχνευθεί με υπερήχους Doppler από τις 6 κιόλας εβδομάδες και απεικονίζεται εξαιρετικά εύκολα στις 7 εβδομάδες .Αν ο παλμός αυτός ανιχνευθεί οι πιθανότητες συνέχισης της εγκυμοσύνης αγγίζουν το 83%.Η φυσιολογική εμβρυϊκή καρδιακή συχνότητα αγγίζει περίπου τις 90-110 σφύξεις το λεπτό και στις 9 εβδομάδες τις 140-170.Στις 5-6 εβδομάδες μία πιθανή βραδυκαρδία(σφύξεις λιγότερες από 90 το λεπτό)σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αποβολής του εμβρύου.

3. Καθορισμός της ηλικίας του εμβρύου και καθορισμός του μεγέθους του σώματος του εμβρύου

Οι σωματικές μετρήσεις του εμβρύου χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της εμβρυϊκής ηλικίας κυρίως σε πρώιμα στάδια της κυοφορίας.

Οι μετρήσεις που γίνονται αφορούν:το μήκος μεταξύ κρανίου-γλουτού(δίνει ακριβείς μετρήσεις μεταξύ 7ης και 13ης εβδομάδας),την αμφιβρεγματική διάμετρο(βρίσκει εφαρμογή μετά την 13η εβδομάδα),το μήκος του μηριαίου οστού και τέλος την κοιλιακή περιφέρεια(κυρίως αντικατοπτρίζει το μέγεθος και το βάρος του εμβρύου παρά την ηλικία αυτού.

4. Διάγνωση μιας πιθανής εμβρυϊκής δυσμορφίας

Πολλές δομικές ανωμαλίες είναι δυνατό να διαγνωσθούν με αξιοπιστία μέσω της χρήσης των υπερήχων και αυτό είναι συνήθως εφικτό ακόμα και πριν τις 20 εβδομάδες .Κοινά παραδείγματα αποτελούν η υδροκεφαλία, η ανεγκεφαλία, η αχονδροπλασία ,ο νανισμός, η δισχιδής ράχη ,ο εξόμφαλος, η γαστρόσχιση, ο εμβρυϊκός ύδρωπας και πολλά άλλα. Με τα πιο πρόσφατα μηχανήματα εκ γενετής καρδιακές ανωμαλίες διαγιγνώσκονται πολύ πιο εύκολα και σε πρωιμότερα στάδια κυοφορίας.

5. Εντοπισμός του πλακούντα

Η υπερηχογραφία έχει γίνει αναντικατάστατη όσον αφορά στον εντοπισμό της θέσης του πλακούντα και στον καθορισμό των κατώτερων ορίων αυτού. Επίσης χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση ανωμαλιών του πλακούντα που σχετίζονται με καταστάσεις όπως διαβήτης, εμβρυϊκός ύδρωπας, παράγοντα ρέζους και σοβαρή ενδομητρική καθυστέρηση της ανάπτυξης του εμβρύου.

6. Πολλαπλές κυήσεις

Σε αυτή την περίπτωση το υπερηχογράφημα είναι ανεκτίμητο στον καθορισμό του αριθμού των εμβρύων ,στις προβολές αυτών, στη διερεύνηση μιας πιθανής καθυστέρησης της ανάπτυξης και γενικά διαφόρων ανωμαλιών που μπορεί να εμφανίσει το έμβρυο.

7. Υδράμνιο και ολιγάμνιο

Υπερβολική ή μειωμένη ποσότητα αμνιακού υγρού δύναται να απεικονιστεί με ευκολία μέσω της χρήσης των υπερήχων. Αμφότερες οι καταστάσεις είναι πιθανό να έχουν δυσμενή αποτελέσματα στο έμβρυο. Η εξέταση με υπερήχους επιβάλλεται προκειμένου να αποκλειστεί μια πιθανή ενδομητρική καθυστέρηση της ανάπτυξης και συγγενείς δυσπλασίες του εμβρύου.

8. Επιβεβαίωση ενδομήτριου θανάτου, αξιολόγηση των εμβρυϊκών κινήσεων ,του τόνου και της αναπνοής και διάγνωση ανωμαλιών της μήτρας και της πυελικής χώρας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (π.χ. ινομυώματα, κύστη σε μια ωοθήκη)

Βιβλιογραφία

  1. Henderson J, Willson K, Jago JR, et al. A survey of the acoustic outputs of diagnostic ultrasound equipment in current clinical use in the Northern Region. Ultrasound Med Biol 1995;21:699–705.
  2. Baggs R, Penney DP, Cox C, Child SZ. Thresholds for ultrasonically induced lung hemorrhage in neonatal swine. Ultrasound Med Biol 1996;22:119–28.
  3. Dalecki D, Child SZ, Raeman CH, Cox C, Carstensen EL. Ultrasonically-induced lung haemorrhage in young swine. Ultrasound Med Biol 1997;23:777–81.
  4. Frizzell LA, Chen E, Chong L. Effects of pulsed ultrasound on the mouse neonate: hind limb paralysis and lung haemorrhage. Ultrasound Med Biol 1994;20:53–63.
  5. Holland CK, Zheng X, Apfel RE, Alderman JL, Fernandez L, Taylor KJW. Direct evidence of cavitation in vivo from diagnostic ultrasound. Ultrasound Med Biol 1996;22:917–25.
  6. Zacchary JG, O’Brien WD. Lung lesions induced by continuous and pulsed wave (diagnostic) ultrasound in mice, rabbits and pigs. Vet Pathol 1995;32:43–54.
  7. Duck FA. Acoustic streaming and radiation pressure in diagnostic applications: what are the implications? In Barnett SB, Kossoff G, eds. Safety of Diagnostic Ultrasound. Carnforth, UK: Parthenon Publishing, 1998:87–98.
  8. Dalecki D, Child SZ, Raeman CH, Penney DP, Mayer R, Cox C, Carstensen EL. Thresholds for fetal haemorrhages produced by a piezoelectric lithotripter. Ultrasound Med Biol 1997;23:287–97.
  9. Bosward KL, Barnett SB, Wood AKW, Edwards MJ, Kossoff G. Heating of the guinea pig fetal brain during exposure to pulsed ultrasound. Ultrasound Med Biol 1993;19:415–24.
  10. Duggan PM, Liggins GC, Barnett SB. Ultrasonic heating of the brain of the fetal sheep in utero. Ultrasound Med Biol 1995;21:553–60.
  11. Tarantal AF. Effects of ultrasound exposure on fetal development in animal models. In Barnett SB, Kossoff G, eds. Safety of Diagnostic Ultrasound. Carnforth, UK: Parthenon Publishing, 1998:39–51.
  12. Jago JR, Henderson J, Whittingham TA, Willson K. How reliable are manufacturer’s reported acoustic output data? Ultrasound Med Biol 1995;12:135–6.
  13. Barnett SB, Kossoff G. eds. Issues and recommendations regarding thermal mechanisms for biological effects of ultrasound. In WFUMB Symposium on Safety and Standardization in Medical Ultrasound. Ultrasound Med Biol 1992;18, special issue.
  14. European Federation of Societies for Ultrasound in Medicine and Biology. Guidelines for the safe use of Doppler ultrasound for clinical applications. Report from the European Committee for Ultrasound Radiation Safety. Eur J Ultrasound 1995;2:167–8.
  15. European Federation of Societies for Ultrasound in Medicine and Biology. Clinical safety statement for diagnostic ultrasound. Report from the European Committee for Ultrasound Radiation Safety. Eur J Ultrasound 1996;3:283.
  16. Stark C, Orleans M, Haverkamp, Murphy J: Short- and Long-term Risks after Exposure to Diagnostic Ultrasound in Utero. Obstetrics and Gynecology 1984, 63:194-200.
  17. American Institute of Ultrasound in Medicine Bioeffects Committee: Bioeffects Considerations for the Safety of Diagnostic Ultrasound. Journal of Ultrasound in Medicine 1988, 7(suppl 9):S1-38.
  18. Tarantal AF, Hendrickx AG: Evaluation of the Bioeffects of Prenatal Ultrasound Exposure in the Cynomolgus Macaque(Macaca Fasicularis): I Neonatal/Infant Observations. Teratology 1989, 39:137-147.
  19. Tarantal AF, Hendrickx AG: Evaluation of the Bioeffects of Prenatal Ultrasound Exposure in the Cynomolgus Macaque(Macaca Fasicularis): II. Growth and behavior during the first year. Teratology 1989, 39:149-162.
  20. Salvensen KA, Bakketeig LS, Eik-Nes SH, Undheim IO, Okland O: Routine Ultrasonography in Utero and School Performance at Age 8-9 Years. Lancet 1992, 339:85-89.
  21. Salvensen KA, Vatten LJ, Eik-Nes SH, Hugdahl K, Bakketeig LS: Routine Ultrasonography in Utero and subsequent handedness and neurological development. British Medical Journal 1993, 307:6897, 159-164.
  22. Newnham JP, Evans SF, Michael CA, Stanley FJ, landau LI: Effects of Frequent Ultrasound during Pregnancy: A Randomised Control Trial. Lancet 1993, 342:887-891.
  23. Ewigman BG, Crane JP, Frigoletto FD, LeFevre ML; Bain RP; McNellis D : Effect of Prenatal Ultrasound Screening on perinatal outcome. New England Journal of Medicine 1993, 329:821-827.
  24. Barnett SB, ter Haar GR, Ziskin MC, Nyborg WL, Maeda K, Bang J: Current status of research on biophysical effects of ultrasound. Ultrasound in Medicine and Biology 1994, 20:205-218.
  25. Campbell JD, Elford RW, Brant RF: Case-control study of prenatal ultrasonography exposure in children with delayed speech. Canadian Medical Association Journal 1993, 149:1435-1440; Also read the related correspondence in the same journal 1994, 150:647-649.
  26. Jensh RP, Lewin PA, Poczobutt MT, Goldberg BB, Oler J, Goldman M, Brent RL: Effects of prenatal ultrasound exposure on adult offspring behavior in the Wistar rat. Proc Soc Exp Biol Med 1995, 210:171-179.
  27. Kieler H, Axelsson O, Haglund B, Nilsson S, Salvesen KA : Routine ultrasound screening in pregnancy and the children's subsequent handedness. Early Hum Dev 1998, 50:233-245.

Μποσινάκης Κωνσταντίνος, Φοιτητής Ιατρικής Σχολής
Β’ Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών
Αρεταίειο Νοσοκομείο
Διευθυντής: Καθηγητής Γ. Κ. Κρεατσάς

Πνευματικά δικαιώματα © 2008 - Ασκληπιακό Πάρκο Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών - Πιλοτική εφαρμογή - Ανάληψη ευθυνών
Επιστροφή στην αρχική σελίδα  -  Επικοινωνία


Σας παρακαλούμε να απαντήσετε στο απλό ερώτημα "Θα συνιστούσατε στους φίλους σας και στους γνωστούς σας να επισκεφτούν την Πύλη και να διαβάσουν το συγκεκριμένο κείμενο;" Η απλή αυτή ερώτηση (Business Week, Lanuary 20, 2006 - quoting a Harvard Business Review article) μπορεί να καταδείξει την απήχηση της συγκεκριμένης ιστοσελίδας, σχετικά με το αν επιτελεί το έργο για το οποίο έχει σχεδιαστεί. Βαθμολογήστε στην κλίμακα από 0 εώς 10. Η βαθμολογία σας θα καταχωρηθεί αυτομάτως.